Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Η πανήγυρη Απο την Κούλα Καρνετζή ( αναδημοσίευση )

Η πανήγυρη Απο την Κούλα Καρνετζή

Πόσα δεν έχουν ειπωθεί, πόσα δεν έχουν γραφτεί για τα πανηγύρια στα χωριά.
Πόσες εκπομπές στην τηλεόραση, για την αναβίωση των παλιών πανηγυριών.
Τίποτα από όσα διαβάζω, βλέπω και ακούω δεν μ΄ αγγίζουν, γιατί απλά, τίποτα δεν μου θυμίζουν. Το δικό μας πανηγύρι, δεν είχε τίποτε από όλα αυτά.
Κάποτε στενοχωριόμουν, γιατί νόμιζα ότι εμείς στην Μικρόπολη, ήμασταν πίσω σε σχέση με τα άλλα χωριά. Ούτε κλαρίνα και βιολιά, είχαμε, ούτε κορίτσια με παραδοσιακές στολές να χορεύουν στην αυλή της εκκλησίας, όπως έβλεπα στην τηλεόραση.
Μέχρι που κατάλαβα, ότι το δικό μας πανηγύρι, ήταν πιο όμορφο από όλα αυτά που έβλεπα.
Το δικό μας πανηγύρι, ήταν γένους θηλυκού. Ήταν ΄΄η πανήγυρη.΄΄
Ήταν μια πανήγυρη με τσαντίρια πολλά, γεμάτα πραμάτειες, ήταν κούνιες βάρκες, ήταν παλάντζες, στημένες δίπλα από το μεγάλο πλατάνι, που γυρνούσαν γύρω γύρω και μας έφερναν ίλιγγο.
Ήταν τα μισόφραγκα, που μαζεύαμε κρυφά, για την μεγάλη γιορτή, ήταν τα καινούργια ρούχα και τα πέδιλα, που εκείνη την ημέρα πρώτη φορά φορούσαμε και οι κορδέλες, που σιδέρωνε και κολλάριζε η μαμά, για να τις δέσει φιόγκο στην κοτσίδα μας.
Ήταν τα καινούργια ρούχα που τα έμπειρα και επιδέξια χέρια της μεγάλης μοδίστρας, της κυρά Βάσως και αργότερα της Αρετής έραβαν, για να στολίσουν τις κοπέλες και τις νιόπαντρες, πρωτοφορεμένα την ημέρα εκείνη.
Ήταν η αναστάτωση της προσμονής, το πήγαινε έλα όταν ήμασταν μικρά, στα πλατάνια, μέρες πριν, για να δούμε αν ήρθαν οι πανηγυρτζήδες, αν στήνονταν οι κούνιες, αν καρφώνονταν οι πάσσαλοι για τα τσαντίρια.
Ήταν ο γύρος του θανάτου, με τον μοτοσικλετιστή να τρέχει με την μηχανή του πάνω στον στρογγυλό τοίχο, που έστηνε ο ίδιος και η κομμένη ανάσα των θεατών από τον φόβο της πτώσης και του θανάτου.
Ήταν το ούζο με το τζατζίκι και η μπύρα ΦΙΞ στα τραπεζάκια κάτω από τα δένδρα, στο εξοχικό κέντρο του μπαρμπα Νικόλα του Σμολοκτού και του Δημαρίδη.
Ήταν η φωνή του Καζαντζίδη που τραγουδούσε την Μαντουβάλα, ήταν τα ρεμπέτικα και το ΄΄ τρελέ τσιγγάνε για πού τραβάς ΄΄ που ακούγονταν από τα μεγάφωνα του πικ άπ με τα μικρά δισκάκια του μπαρμπα Νικόλα. Ήταν η Νίτσα Τσίτρα που ξετρέλαινε όλο το χωριό με την φωνή της.
Ήταν ο κόσμος που καθόταν στο γρασίδι, στην πλαγιά και παρακολουθούσε τις κοπέλες και τα παλικάρια του χωριού να κάνουν βόλτα και να ψάχνουν τους αγαπημένους τους, να φλερτάρουν και να ερωτεύονται, μα και τους νέους από τα γύρω χωριά να πειράζουν τα όμορφα κορίτσια της Μικρόπολης. Γιατί είχε πολύ όμορφα κορίτσια το χωριό.
Ήταν οι γαϊδουροδρομίες που στήθηκαν αργότερα και που τις πήραν μαζί τους τα γαϊδουράκια, που χάσανε τον δρόμο τους και δεν ξαναγύρισαν στην Μικρόπολη.
Ήταν…ήταν…και πόσα δεν ήταν…Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς.
Σήμερα, 1η Ιουλίου, έγινα πάλι παιδί. Τελικά έχουν δίκιο όσοι φιλοσοφούν και λένε ότι ποτέ δεν φεύγει αυτό το παιδί από μέσα μας. Μεγαλώνουμε, γερνάμε αλλά το παιδί είναι καλά φυλαγμένο και βγαίνει όποτε μπορεί. Αυτό παθαίνω κάθε φορά στην πανήγυρη, αυτό έπαθα και σήμερα που πήγαινα στα πλατάνια.
Άφησα το αυτοκίνητο μακριά, πριν του Γκόργκουλαϊ στου μπουρναλούκι το ρέμα. Ήθελα να περπατήσω όλο τον δρόμο και πολύ το φχαριστήθηκα.
Βέβαια δεν είχε χώμα όπως παλιά, ούτε σκόνη ούτε λάσπη. Άσφαλτος ήταν αλλά δεν πειράζει. Δεν λέρωσα και τα παπούτσια μου. Είχε όμως τα πεύκα, όπως παλιά και η μυρουδιά του πεύκου και του ρετσινιού, της ρίγανης, της μέντας και του θυμαριού, ήταν η ίδια. Μέχρι να φτάσω στα πλατάνια δηλαδή, γιατί εκεί οι μυρουδιές του ψημένου λουκάνικου, της πατάτας και του σουβλακίου, σκέπαζαν όλες τις άλλες.
Είχα μια χαρά όσο πλησίαζα, που δεν περιγράφεται.
Ήθελα να δω τα τσαντίρια, που άρχιζαν από χαμηλά, από την μεγάλη στροφή, στημένα με τους άσπρους μουσαμάδες και την λάμπα θυέλης Λούξ, να κρέμεται στην μέση και να φωτίζει τις πολύχρωμες πραμάτειες, που τόσο μας ξετρέλαιναν, τους πραματευτάδες με τις περίεργες φάτσες μέσα, που μου προκαλούσαν δέος για όλη αυτή την πραμάτεια που κουβαλούσαν μαζί τους και φόβο, που για έναν περίεργο και ανεξήγητο λόγο, μου προκαλούσαν τα πρόσωπά τους. Ίσως γιατί δεν μας άφηναν να αγγίξουμε όλα αυτά τα πολύχρωμα που βλέπαμε ,που τόσο πολύ ποθούσαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να αποκτήσουμε.
Περπατούσα και είχα αποφασίσει και το τι θα αγόραζα.
Ένα δαχτυλίδι με καρδούλα κόκκινη θα το έπαιρνα οπωσδήποτε. Θα είχε και σε άλλα χρώματα τις καρδούλες, ροζ, κίτρινες, μωβ, μα εγώ την κόκκινη θα διάλεγα και είχα τον λόγο μου. Ήθελα να είναι ασορτί, δεμένη και σεταρισμένη με το κόκκινο λουστρίν τσαντάκι, πούχει χρυσό το κλιψαριστό του κούμπωμα. και χρυσή την αλυσίδα για το πέρασμα στον ώμο .
Πόσο με ξετρέλαιναν αυτά τα τσαντάκια, κρεμασμένα από ψηλά και αριστερά στο τσαντίρι. Θυμάμαι τόσο ζωντανά την θέση τους που δεν θα δυσκολευτώ καθόλου να τα βρω. Μήνες μάζευα τα μισόφραγκα, για να αγοράσω το κόκκινο τσαντάκι και να το κρεμάσω στον ώμο. Ίσως από τότε να μου έμεινε απωθημένο και εξακολουθώ να έχω μια αδυναμία στις μικρές κόκκινες τσάντες.
Τάχω τα λεφτά. Θα την πάρω οπωσδήποτε.
Στο διπλανό τσαντίρι, θα διάλεγα βραχιόλι. Ασημί, με δυό κεφάλια φιδιού στο τελείωμα, που κλίνει όσο θέλεις. Πολύ πρακτικό ήταν πάντα αυτό για μένα, γιατί το χεράκι μου ήταν τόσο λεπτό και αδύνατο, που μπορεί να το έχανα, αν δεν το έσφιγγα καλά. Και νύχια ψεύτικα, μανικιούρ σε κόκκινο χρώμα θα έπαιρνα. Όχι πολλά, ένα δύο μόνο, γιατί έτσι που είναι σαν δαχτυλήθρες με δυσκολεύουν λίγο στα δάχτυλα.
Σκουλαρίκια δεν θα αγόραζα, γιατί δεν είχα τρύπια αυτιά. Είχα, το ένα δηλαδή μόνο, αλλά και σ΄αυτό θα είχε κλείσει η τρύπα σίγουρα.
Όχι, μην φαντασθείτε ότι ήμουν τόσο μοντέρνα από τότε που ήμουνα παιδάκι, με ένα μόνο τρύπιο αυτί.
Η γιαγιά μου φταίει, η Μικρασιάτισα η Ευγενία, που με έβαλε κάτω μια μέρα, με μια χοντρή βελόνα στο χέρι και μεταξωτή μαύρη κλωστή, να μου τρυπήσει τα αυτιά.
Με παραμύθιαζε κάμποση ώρα, για το πόσο όμορφη θα ήμουν με σκουλαρίκια κρεμαστά, ενώ συγχρόνως έτριβε το αυτί μου με σπίρτο, ( οινόπνευμα μπλε δηλαδή ) μέχρι που χωρίς να το καταλάβω, πέρασε την βελόνα με την κλωστή. Πόνεσα είναι αλήθεια τόσο πολύ, που τόβαλα στα πόδια. Έτσι έμεινα με μια μαύρη κλωστή στο ένα μου αυτί για πολύ καιρό και ακόμη και όταν μεγάλωσα, δεν τόλμησα να τρυπήσω και το άλλο. Γι΄αυτό και έχω απορρίψει τα σκουλαρίκια. Δεν θα αγοράσω.
Θα προσπεράσω το τσαντίρι με τα πλαστικά παιχνίδια. Όλο αγόρια θα είναι εκεί που θα αγοράζουν τα πλαστικά τρακτεράκια, τα ανοιχτά χωρίς κουβούκλιο, με καρότσα, με ένα μπαρμπαδάκι για οδηγό στο κάθισμα και ένα τιμόνι που δεν θα στρίβει με τίποτε Και ΄΄κρακαλέκια΄΄ θα έχει εκεί, μα εμένα δεν μ΄αρέσουν. Αγορίστικα πράγματα.
Θα πάω όμως στο παραδίπλα τσαντίρι, σ΄αυτό που έχει διάφορα παράξενα και θα πάρω οπωσδήποτε ένα μεταλλικό πράσινο βατραχάκι, που κάνει ένα ωραίο θόρυβο όταν το παίζεις. Θα πονάει λίγο το μεγάλο μου δαχτυλάκι, όταν θα πατώ το έλασμα, αλλά δεν πειράζει. Όλα τα παιδιά θα έχουν από ένα, ας έχω και εγώ. Πριν ακόμη φτάσω ακούω το μεταλλικό κλικ-κλακ, κλικ κλακ από δεκάδες παιδιά που παίζουν.
Φέτος θα πάρω και κάτι ακόμη, που ποτέ δεν μπόρεσα να αγοράσω όσο ήμουνα μικρή.
Θα πάρω μια κούκλα με μαλλιά και ένα πλαστικό πράσινο φιδάκι, από αυτά που αγόραζαν τα αγόρια και τα πετούσαν στα πόδια μας να μας τρομάξουν. Εμείς, άλλοτε τρομάζαμε πραγματικά και τρέχαμε τσιρίζοντας, άλλοτε πάλι, επίτηδες το κάναμε, για να μας προσέξουν, ειδικά, όταν μεγαλώσαμε λίγο και άρχιζαν τα πρώτα φλέρτ.
Φλερτ με πράσινο φιδάκι, έχετε ξανακούσει;
Ε, λοιπόν σας πληροφορώ ότι ήταν πολύ ρομαντικό!
Αυτά… άλλα ψώνια δεν θα κάνω, γιατί θα βρω τις φιλενάδες μου και θα κουνηθούμε δυό φορές.
Πρώτα θα ανεβούμε στις βάρκες.
Αχ αυτές οι βάρκες! Τι χαρά ! ουρά περιμέναμε νάρθει η σειρά μας να κουνηθούμε.
Ακόμη έχω στα αυτιά μου τον ήχο από τα σταυρωτά σχοινιά που ακουμπούσαν μεταξύ τους όταν τα τραβούσαμε για να ανέβει η βάρκα ψηλά.
Θα ανέβω οπωσδήποτε. Κάποιον θα βρω και φέτος να μου κάνει παρέα, το ξέρω.
Αυτό που δεν ξέρω όμως, είναι αν θα αντέξω τον ξερό ξύλινο κρότο και το δυνατό τράνταγμα από το σανίδι που θα ανέβει με έναν μοχλό και θα ακουμπήσει βίαια η βάρκα πάνω του και θα σημάνει το τέλος χρόνου.
Δεν το άντεχα όταν ήμουνα μικρή, θα το αντέξω τώρα που τάχω και τα χρονάκια μου;
Βέβαια τότε, δεν το άντεχα, γιατί μου φαινόταν τόσο λίγος ο χρόνος! Ήθελα κι΄άλλο, αλλά δεν είχα άλλα λεφτά.
Τώρα που έχω τα λεφτά, δεν αντέχει το σώμα μου. Λίγο το αυχενικό, λίγο ο ίλιγγος, άστα…Παρ΄όλα αυτά, εγώ θα ανέβω στις βάρκες.
Μετά λέω να ανέβω στις παλάντζες. Στον μεγάλο γύρω, με τις κρεμαστές κούνιες, που όταν γυρνούσε, ανέβαιναν τόσο ψηλά και βλέπαμε γυρνώντας από κει πάνω , μια το χωριό, μια τον αη Γιώργη, μετά τους Αγίους Αναργύρους, την Αγία Μαρίνα, του Κεμέρι την γέφυρα, την κάτω συνοικία, την επάνω συνοικία και φτου και απ΄την αρχή. Πετούσαμε στον αέρα, πάνω από τον κόσμο που καθόταν στα τραπεζάκια του Σμολοκτού και του Δημαρίδη, πάνω από τους νέους που βολτάριζαν στον μεγάλο δρόμο, πάνω από τους καημούς, τους έρωτες, τα βάσανα, την φτώχεια και την ανέχεια, πάνω από τους μπαξέδες και τα καπνοχώραφα που μας περίμεναν την άλλη μέρα.
Πετούσαμε εκεί ψηλά και είμαστε τόσο ευτυχισμένοι…μα τόσο ευτυχισμένοι…
Επί τέλους, έφτασα. Τα πόδια μου όμως άρχισαν να κόβονται.
Όχι από κούραση, αλλά από το ξύπνημα, από το οδυνηρό πέρασμα από το όνειρο στην πραγματικότητα.
Εκεί, που άλλοτε ήταν στημένα τα τσαντίρια με τους πραματευτάδες, ήταν στημένες καντίνες και ο δρόμος γεμάτος με πλαστικές καρέκλες και τραπέζια. Δυό πάγκοι μέσα σ΄όλα αυτά με παιχνίδια της κακιάς ώρας, ένας πάγκος γεμάτος CD με σκυλάδικα παλαιότερης και νεότερης κυκλοφορίας, ένας πάγκος με κινέζικες ξύλινες κατασκευές και απομιμήσεις των Τοτέμ και δεν θα το πιστέψετε, μια αφίσα κρεμασμένη από πάνω του Bob Marley. Το κοίταγα άναυδη και δεν κρατήθηκα, έβαλα τα γέλια. Ο Bob Marley πρώτο πλάνο στην Μικρόπολη με τους παππούδες
και τις γιαγιάδες να περνούν και να τον κοιτούν περίεργα.
Είχε και έναν μικρό πάγκο πιο πέρα με κοσμήματα, στερεωμένα σε μπλέ τσόχινες θήκες.
Πλησίασα όλο λαχτάρα, αλλά ούτε δαχτυλίδια με καρδούλες βρήκα, ούτε βραχιολάκι φιδάκι και προπάντων ούτε τσαντούλα λουστρίν κόκκινη, με χρυσή αλυσίδα.
Ανηφόρισα με βήματα βαριά, γεμάτη απογοήτευση και έναν κόμπο να μου σφίγγει τον λαιμό . Ευτυχώς ήρθαν στα αυτιά μου μουσικές γνωστές και αγαπημένες. Κάτω από το μεγάλο πλατάνι, το μουσικό σχήμα Αιολία έπαιζε παραδοσιακή μουσική, και τα χορευτικά διαδέχονταν το ένα το άλλο.
Τα παιδιά του πολιτιστικού, πανταχού παρόντα έδιναν όπως πάντα ακούραστα, τον καλύτερό τους εαυτό για την επιτυχία του πανηγυριού.
Πανέμορφα όλα εδώ πάνω. Μούφτιαξαν την διάθεση.
Χόρεψαν πολύ όμορφα τα παιδιά από τον Νεροφράκτη, πανδαισία χρωμάτων , το χορευτικό του Βώλακα, που χόρευαν ξυπόλυτοι με τα πολύχρωμα τσουράπια.
<<Στρακ στρίκι στράκα Τσιάρενι τσουράπκι>> (πολύχρωμες κάλτσες) θυμήθηκα την γιαγιά μου την εντόπια, την Μαρίτσω να τραγουδάει.
Πανέμορφο το χορευτικό της Μικρόπολης, χόρεψε τόσο ωραία που μας συγκίνησε όλους.
Βγήκαν λεβέντικα και οι βλάχοι, οι Γραμουτσιάνοι της Προσοτσάνης, με τα φλάμπουρα, τραγούδησαν και χόρεψαν με την ψυχή τους.
Κάτι προσπαθούσα να θυμηθώ όταν άκουσα να τραγουδάνε τον ΄΄είσβορο΄΄, αλλά δεν ήξερα τι…
Το τραγούδι του γέρου Περτσεμλή, αναφώνησε η θεία μου δίπλα μου. Αυτός το τραγουδούσε. Και τότε, θυμήθηκα τον γέρο Περτσεμλή, τον βλάχο, που ζούσε στην γειτονιά μου που όλο τραγουδούσε και που εγώ τον είχα ξεχάσει.
Μπορεί φέτος η πανήγυρη να μην είχε όλα αυτά που περίμενα, ήταν όμως πολύ όμορφα και έτσι όπως ήταν.
Επί τέλους, το πανηγύρι μας έγινε ΄΄ ένα σύγχρονο παραδοσιακό πανηγύρι΄΄ όπως αυτά που έβλεπα και βλέπω στην τηλεόραση.
Με παραδοσιακές στολές, με όργανα παραδοσιακά και κοπέλες όμορφες να χορεύουν κάτω από το μεγάλο πλατάνι και ομολογώ ότι μου άρεσε πολύ.
Γειά σας Μικροπολιώτες.
Νάμαστε όλοι καλά και του χρόνου των Αγίων Αναργύρων , ν΄ανταμώσουμε όλοι στην Μικρόπολη. Τα πλατάνια θα είναι εκεί και θα μας περιμένουν, όπως θα μας περιμένουν και όλο το καλοκαίρι, πανύψηλα και καταπράσινα, να μας δροσίσουν κάτω από τον παχύ ίσκιο τους.

Κούλα Καρνετσή

Τρίτη μέρα πανηγυρικών εκδηλώσεων 2016

Η προετοιμασία και η Αναπαράσταση παραδοσιακού γάμου την Τρίτη μέρα των πανηγυρικών εκδηλώσεων . Από τον πολιτιστικό μας σύλλογο
























































 
 Pigi foto: Politistikos sylogos